|
|
ΔΟΜΗ - ΕΝΟΤΗΤΕΣ Το απόσπασμα έχει πλοκή, βάσει της οποίας χωρίζεται σε ενότητες: Α' ενότητα (Μια μέρα... στη γυναίκα και στα παιδιά τους): ο Μαρκοβάλντο ανακαλύπτει τα μανιτάρια και ενθουσιάζεται. Β' ενότητα (-Ακούστε τι θα σας πω... αν σας ξεφύγει κουβέντα): ο Μαρκοβάλντο ανακοινώνει στην οικογένεια του την ύπαρξη των μανιταριών. Γ" ενότητα (Το άλλο πρωί... ήθελαν να μεγαλώσουν): την ύπαρξη μανιταριών γνωρίζει και άλλος. Δ' ενότητα (Τη νύχτα έβρεξε ... και πήγε σπίτι του): τα μανιτάρια τα μοιράζονται πολλοί. Ε' ενότητα (Ωστόσο σύντομα... αγριοκοίταζαν ο ένας τον άλλο): θλιβερή κατάληξη.
ΕρμηνευτικΗ ΠροσΕγγιση Α' ενότητα Ο Μαρκοβάλντο έχει πρόσφατα εγκατασταθεί σε μεγαλούπολη. Δεν έχει ακόμη συνηθίσει τη ζωή και τη νοοτροπία των κατοίκων της. Δεν εντυπωσιάζεται απ' τα φώτα, τις βιτρίνες, τα τεράστια κτίρια της πόλης. Αναπολεί τη φύση και την αναζητεί μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο. Παρακολουθεί την εξέλιξη των εποχών στις ατμοσφαιρικές αλλαγές και στα ελάχιστα ίχνη της φύσης που συναντά στο δρόμο (μια πατημένη φλούδα σύκου, για παράδειγμα). Όλα αυτά του θυμίζουν την αγάπη του για τη φύση και την αθλιότητα της ζωής του στη μεγαλούπολη. Η αναζήτηση της φύσης απ' τον Μαρκοβάλντο φαίνεται μια μέρα να δικαιώνεται. Σ' ένα κομμάτι άγονης γης παρατηρεί ότι έχουν φυτρώσει -άγνωστο πώς- μανιτάρια. Αυτή η ανακάλυψη τον γεμίζει ενθουσιασμό. Νομίζει ότι ο άχαρος κόσμος που ζούσε είχε ομορφύνει και θα έδινε στη ζωή του ένα άλλο, ανώτερο νόημα, πέρα απ' τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης. Β'ενότητα Η έξαψη του ήταν μεγάλη. Δεν έβλεπε την ώρα να μοιραστεί το μυστικό με την οικογένεια του. Περιέγραψε μ' ενθουσιασμό στα παιδιά του πόσο ωραία είναι τα μανιτάρια, πόσο νόστιμα είναι, τους τρόπους που μαγειρεύονται. Όταν όμως τα παιδιά του τον ρώτησαν πού είχαν φυτρώσει τα μανιτάρια, δεν τους αποκάλυψε το μέρος. Αυτά τα υπέροχα μανιτάρια, που τον έκαναν να πιστεύει ότι ο κόσμος είχε ομορφύνει, ταυτόχρονα του δημιούργησαν ένα αίσθημα ιδιοκτησίας και κτητικότητας. Δεν αποκάλυψε λοιπόν στα παιδιά του το μέρος, απ' το φόβο μήπως κοινοποιήσουν το μυστικό στους φίλους του και τα μανιτάρια καταλήξουν σε ξένα τραπέζια. Για να είναι μάλιστα πιο σίγουρος, τα απείλησε πως, αν μιλήσουν για τα μανιτάρια, θα τα τιμωρήσει σκληρά. Γ" ενότητα Προς μεγάλη του απογοήτευση την επομένη ημέρα διαπίστωσε ότι υπήρχε και άλλος, που γνώριζε την ύπαρξη των μανιταριών. Η μανία κτητικότητας και καχυποψίας που τον είχε κυριεύσει, τον έκανε να τριγυρίζει στην πρασιά, παρακολουθώντας τις κινήσεις του οδοκαθαριστή, έτοιμος να επέμβει, αν ο αντίπαλος του ξέθαβε το θησαυρό του. Δ'ενότητα Την επομένη ημέρα, μετά τη νυχτερινή βροχή, ο Μαρκοβάλντο και τα παιδιά του έτρεξαν να μαζέψουν τα μανιτάρια. Είδαν όμως τον οδοκαθαριστή να κρατάει ένα καλάθι γεμάτο μανιτάρια. Όταν μάλιστα είδε ότι κι ο Μαρκοβάλντο τα μάζευε, έσπευσε να ειδοποιήσει τους δικούς του να μαζέψουν κι αυτοί. Ο Μαρκοβάλντο αναστατώθηκε. Κυριεύτηκε από οργή και αγανάκτηση, γιατί του έκλεψαν κάτι που θεωρούσε ότι ήταν ιδιοκτησία του. Όταν όμως έχασε αυτήν την "ιδιοκτησία", η ψυχολογία του μεταστράφηκε ολοκληρωτικά. Αισθήματα γενναιοδωρίας και προσφοράς αναδύθηκαν στην ψυχή του και φώναζε τον κόσμο, που περίμενε στη στάση, να μαζέψει μανιτάρια. Μάλιστα, η συλλογική συγκομιδή των μανιταριών θα μετατρεπόταν σε κοινό τραπέζι και γλέντι, έπειτα από πρόταση κάποιου, αλλά ο ατομισμός και το αίσθημα μοναχικότητας των κατοίκων της μεγαλούπολης επικράτησε- η πρόταση απορρίφθηκε κι ο καθένας πήρε τα μανιτάρια και πήγε σπίτι του. Ε' ενότητα Το όνειρο του Μαρκοβάλντο ότι μέσα στην τσιμεντούπολη είχε γεννηθεί μια όαση φύσης, που θα ομόρφαινε τη ζωή του, διαψεύστηκε οικτρά. Η φύση που εξακολουθεί να υπάρχει ή δημιουργείται στην πόλη, δε γλιτώνει απ' τη μόλυνση, παραμορφώνεται, εκφυλίζεται, γίνεται επικίνδυνη. Έτσι, τα μεγάλα ελκυστικά μανιτάρια έκρυβαν δηλητήριο κι όσοι τα δοκίμασαν κατέληξαν στο νοσοκομείο. Εκεί μάλιστα αναζωπυρώθηκε ο ανταγωνισμός και η εχθρότητα ανάμεσα στον Μαρκοβάλντο και τον οδοκαθαριστή, αν και τα μανιτάρια δεν υπήρχαν πλέον. Αλλά δεν είναι σπάνιο οι άνθρωποι στη σύγχρονη ωφελιμιστική κοινωνία να νιώθουν αίσθημα ανταγωνισμού για τον διπλανό τους, έστω κι αν δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν μαζί του.
|