|
Ὡς δὲ Άλέξανδρος παρῆλθεν ἐς Γόρδιον, |
Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, |
|
πόθος λαμβάνει αὐτὸν ἰδεῖν τὴν ἅμαξαν τὴν Γορδίου |
τον κατέλαβε πόθος να δει την άμαξα του Γορδίου |
|
καὶ τὸν δεσμόν τοῦ ζυγοῦ τῆς ἁμάξης. |
και το δεσμό του ζυγού της άμαξας. |
|
Πρὸς δὲ δὴ ἄλλοις καὶ τόδε ἐμυθεύετο περὶ τῆς ἁμάξης, |
Και μεταξύ άλλων, βέβαια, και αυτό λεγόταν για την
άμαξα, |
|
ὅστις λύσειε τὸν δεσμόν τοῦ ζυγοῦ τῆς ἁμάξης, |
ότι δηλαδή, όποιος λύσει το δεσμό του ζυγού της
άμαξας, |
|
τοῦτον χρῆναι ἄρξαι τῆς Ἀσίας. |
αυτός ήταν ορισμένο από τη μοίρα να εξουσιάσει την
Ασία. |
|
Ἦν δὲ ὁ δεσμὸς ἐκ φλοιοῦ κρανίας |
Ο δεσμός ήταν από φλούδα κρανιάς |
|
καὶ τούτου οὔτε τέλος οὔτε ἀρχὴ ἐφαίνετο. |
και αυτού δε φαινόταν ούτε τέλος ούτε αρχή.
|
|
Ἀλέξανδρος δὲ, ὡς ἀπόρως μὲν εἶχεν ἐξευρεῖν
λύσιν τοῦ δεσμοῦ, |
Ο Αλέξανδρος, επειδή αδυνατούσε να βρει τη λύση του
δεσμού, |
|
οὐκ ἤθελε δὲ περιιδεῖν ἄλυτον,
|
αλλά και δεν ήθελε να τον αφήσει άλυτο, |
|
(φοβούμενος) μὴ καὶ τοῦτο ἐργάσηται κίνησίν τινα ἐς
τοὺς πολλούς, |
γιατί φοβόταν μήπως αυτό προκαλέσει κάποια αναταραχή
στο πλήθος, |
|
παίσας τὸν δεσμόν τῷ ξίφει διέκοψεν |
αφού χτύπησε το δεσμό με το ξίφος του, τον έκοψε |
|
καὶ ἔφη λελύσθαι. |
και είπε ότι λύθηκε. |
|
Ἀπηλλάγη δ’ οὖν ἀπό τῆς ἁμάξης αὐτός τε καὶ οἱ ἀμφ’
αὐτόν |
Απομακρύνθηκε, λοιπόν, από την άμαξα ο ίδιος και οι
σύντροφοί του |
|
ὡς ξυμβεβηκότος τοῦ λογίου |
με την ιδέα ότι είχε εκπληρωθεί ο χρησμός |
|
τοῦ ἐπὶ τῇ λύσει τοῦ δεσμοῦ. |
για τη λύση του δεσμού. |
|
Καὶ γὰρ καὶ τῆς νυκτός ἐκείνης
βρονταί τε |
Και πράγματι τη νύχτα εκείνη βροντές |
|
καὶ σέλας ἐξ οὐρανοῦ ἐπεσήμηναν· |
και λάμψη από τον ουρανό έδωσαν σημείο
επιδοκιμασίας· |
|
καὶ ἐπὶ τούτοις Ἀλέξανδρος τῇ ὑστεραίᾳ |
γι’ αυτό το λόγο ο Αλέξανδρος την επόμενη μέρα |
|
ἔθυε τοῖς φήνασι θεοῖς τὰ τε σημεῖα |
πρόσφερε θυσία στους θεούς που του φανέρωσαν τα
σημάδια |
|
καὶ τὴν λύσιν τοῦ δεσμοῦ. |
και τον τρόπο λύσης του δεσμού. |