|
Λέων
κατεμέμφετο πολλάκις Προμηθέα, |
Ένα λιοντάρι κατηγορούσε πολλές φορές
τον Προμηθέα |
|
ὅτι
ἔπλασεν αὐτὸν μέγαν καὶ καλὸν |
που το έπλασε μεγαλόσωμο και όμορφο
|
|
καὶ
δυνατώτερον τῶν ἄλλων θηρίων· |
και δυνατότερο από τα άλλα ζώα· |
|
«τοιοῦτος δὲ ὤν», ἔφασκε, |
«παρόλο όμως που είμαι τέτοιος»,
έλεγε, |
|
«φοβοῦμαι τὸν ἀλεκτρυόνα». |
«φοβάμαι τον πετεινό».
|
|
Καὶ ὁ
Προμηθεύς ἔφη: «Τί με αἰτιᾷ μάτην; |
Και ο Προμηθέας του είπε: «Γιατί με
κατηγορείς άδικα; |
|
Ἔχεις
γὰρ πάντα τὰ ἐμά, ὅσα ἐδυνάμην πλάττειν· |
Γιατί έχεις όλα τα δικά μου, όσα
μπορούσα να δημιουργήσω· |
|
ἡ δὲ
σου ψυχή ἐστι μαλθακή πρὸς τοῦτο μόνον». |
όμως η ψυχή σου σε αυτό μόνο
δειλιάζει». |
|
Ἔκλαιεν οὖν ὁ λέων ἑαυτὸν |
Έκλαιγε λοιπόν, το λιοντάρι τον εαυτό
του |
|
καὶ
κατεμέμφετο τῆς δειλίας καὶ τέλος ἤθελεν ἀποθανεῖν. |
και κατηγορούσε τη δειλία του και
τελικά ήθελε να πεθάνει. |
|
Οὕτω
δὲ γνώμης ἔχων περιτυγχάνει ἐλέφαντι |
Κι ενώ βρισκόταν σε αυτή την
κατάσταση, συναντάει έναν ελέφαντα, |
|
καὶ
ὁρῶν κινοῦντα τὰ ὦτα διαπαντὸς ἔφη |
και βλέποντάς τον να κουνάει συνεχώς
τα αυτιά του είπε : |
|
«Τὶ
πάσχεις καὶ τί ποτε |
«Τι παθαίνεις και γιατί επιτέλους
|
|
οὐδέν
μικρὸν ἀτρεμεῖ τὸ οὖς σου;» |
δε μένει ακίνητο ούτε για λίγο το
αυτί σου;» |
|
Καὶ ὁ
ἐλέφας ἔφη |
Και ο ελέφαντας είπε, |
|
περιπτάντος αὐτῷ κατὰ τύχην κώνωπος |
καθώς ένα κουνούπι πέταξε τυχαία γύρω
του: |
|
«Ὁρᾷς
τοῦτο τὸ βραχύ, τὸ βομβοῦν; |
«Βλέπεις αυτό το μικρό (έντομο) που
βουΐζει; |
|
Ἤν
εἰσδύνῃ τῇ ὁδῷ τῆς ἀκοῆς μου, τέθνηκα». |
Αν μπει στο αυτί μου, πεθαίνω». |
|
Καὶ ὁ
λέων ἔφη |
Και το λιοντάρι είπε: |
|
«Τί
οὖν δεῖ με ἀποθνήσκειν ἔτι |
«Γιατί λοιπόν, πρέπει πια να πεθάνω, |
|
ὄντα
τοσοῦτον καὶ εὐτυχέστερον ἐλέφαντος, |
αφού είμαι τόσο μεγάλος και πιο
τυχερός από τον ελέφαντα, |
|
ὅσον
κρείττων ὁ ἀλεκτρυών κώνωπος;» |
όσο δυνατότερος είναι ο πετεινός από
το κουνούπι;» |