|
Ἀθηναῖος ἄμουσος καὶ Κορίνθιος |
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Τίς μου ἅπτεται;
Τίς
λαμβάνεται
τοῦ
ἱματίου;
|
Αθηναίος: Ποιος με αγγίζει;
Ποιος τραβά το ένδυμά (μου);
|
|
ΔΟΥΛΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥ:
Περιμένετε, ὦ
ἄνδρες.
Ὁ
ἐμὸς
δεσπότης
Πράξανδρος
ὄπισθεν
προσέρχεται |
Δούλος Κορινθίου:
Περιμένετε άνδρες. Ο κύριός μου ο Πράξανδρος έρχεται από πίσω.
|
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Πράξανδρος
Κορίνθιος,
ὁ
ἡμέτερος
ξένος;
|
Αθηναίος:
Ο Πράξανδρος ο Κορίνθιος, ο φιλοξενούμενος μας;
|
|
|
|
|
ΔΟΥΛΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥ:
Ναί.
Σπεύδει
ἐκ
τῆς
ὁδοῦ,
ἀλλ’ οὐ
πάνυ
σθένει
διὰ
τὸ γῆρας.
Ἀλλ’
ἰδού,
ἐγγύς
ἐστι. |
Δούλος Κορινθίου:
Ναι. Έρχεται από το δρόμο, αλλά δεν έχει πολλή δύναμη εξαιτίας των
γηρατειών. Αλλά δέστε, είναι κοντά.
|
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Χαῖρ’,
ὦ
ἑταῖρε.
Εἶδόν
σε
καὶ
ἔπεμψα
τοῦτον
αὐτίκα
πρὸς
ὑμᾶς.
|
Κορίνθιος:
Γεια σου φίλε μου. Σε είδα και έστειλα αυτόν (το δούλο) αμέσως προς
εσάς. |
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Χαῖρε,
Πράξανδρε.
Διὰ χρόνου
ὁρῶ
σε
πάλιν!
Πῇ
βαδίζεις,
ὦ
λῷστε; |
Αθηναίος:
Γεια σου Πράξανδρε.
Σε βλέπω πάλι μετά από καιρό!
Πού πας φίλε μου; |
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Ἀθήναζε
πορεύομαι.
Πρυτανεῖον
σοφίας
λέγεται
παρ’
ἡμῖν
ἡ
ὑμετέρα
πόλις.
|
Κορίνθιος:
Πάω προς την Αθήνα. Πρυτανείο σοφίας αποκαλείται από εμάς η πόλη σας
|
|
Ἀκούεται γὰρ
ὅτι
ἄνδρες
πολλοὶ
φιλοσοφοῦσι
καὶ
λόγοι
πολλοὶ
γίγνονται
περὶ
τέχνης
ῥητορικῆς |
Γιατί ακούεται ότι πολλοί άνδρες φιλοσοφούν και γίνεται πολλή συζήτηση
για τη ρητορική τέχνη |
|
πολλαὶ
δὲ
ἐξετάσεις
περί
τε
ὑγιεινῆς
διαίτης
καὶ
περὶ
τῶν μετεώρων. |
πολλές έρευνες για τον υγιεινό τρόπο ζωής και για τα μετέωρα (σώματα)
|
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Ἀλλὰ
θέρος
ἐστί,
καὶ
οἱ
πλεῖστοι
γραμματισταί,
διδάσκαλοι,
παιδοτρίβαι
καὶ
οἱ τοιοῦτοι
τὰς
θερινὰς
ἀργοὺς
ἄγουσι. |
Αθηναίος:
Αλλά είναι καλοκαίρι και οι περισσότεροι γραμματιστές, δάσκαλοι
γυμναστές και οι συναφείς περνούν τις καλοκαιρινές διακοπές
|
|
Οὐκ ἀκούεις
ὅτι
ἄνδρες
χρηστοὶ
πολλὰς
αἰτίας
τοῖς σοῖς
φιλοσόφοις
ἐπάγουσι; |
Απορώ που δεν ακούς ότι άνδρες έντιμοι πολλές κατηγορίες στους
φιλοσόφους σας αποδίδουν |
|
Οὐκ
ἤκουσας
ὅτι
νεανίας
τις
ἐξ
Ἰωνίας,
Ἀναξιμάνδρου
Μιλησίου
ἑταῖρος,
ἔλεγεν
ὡς
ἡ
γῆ
μετέωρός
ἐστι, |
Δεν άκουσες ότι κάποιος νέος από την Ιωνία, σύντροφος του Αναξίμανδρου
του Μιλήσιου,
ισχυριζόταν ότι τάχα η γη είναι μετέωρη
|
|
ὑπὸ
μηδενὸς
κρατουμένη,
τὸ
δὲ
σχῆμα
αὐτῆς
στρογγύλον,
κίονι
λίθῳ
παραπλήσιον;
|
δε στηρίζεται από τίποτε,
το δε σχήμα της είναι στρογγυλό,
όμοιο με πέτρινο κίονα |
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Οὐ
τὰ
ὄντα
διδάσκει;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Καὶ
ἕτερος
ἐκ
Σικελίας,
Ξενοφάνους
γνώριμος,
Ὅμηρον
ψέγει, |
Κορίνθιος:
Δε διδάσκει αυτά που ισχύουν;
Αθηναίος:
Και άλλος από τη Σικελία, γνώριμος του Ξενοφάνη,
κατηγορεί τον Όμηρο
|
|
…
ὅτι
θεοὺς
κλέπτας
καὶ
μοιχοὺς
ἐποίησεν.
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Καλῶς
οὖν
λέγει.
Ταῦτα
γὰρ πάντα
παρ’
Ὁμήρῳ
ἐστί.
|
πως παρουσίασε τους θεούς ως κλέφτες και μοιχούς.
Κορίνθιος:
Αλήθεια, λοιπόν, λέει.
Γιατί όλα αυτά βρίσκονται στον Όμηρο
|
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Καὶ
νεανίσκος
ἡμεδαπός,
αἰσχρός,
γάστρων,
Σωκράτης
καλούμενος,
περὶ
καινοῦ
τινος
δαιμονίου
ἐδίδασκε |
Αθηναίος:
Και κάποιος δικός μας νέος, άσχημος, κοιλαράς, που ονομάζεται Σωκράτης,
για κάποια νέα θεότητα δίδασκε.
|
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Ἤκουσα
περὶ
τούτου.
Οὗτος
ἐν τοῖς
γυμνασίοις
φανερῶς
τοῖς
νέοις
διαλέγεται.
|
Κορίνθιος:
Πληροφορήθηκα γι' αυτόν. Αυτός στα γυμναστήρια
διαλέγεται φανερά με τους νέους. |
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Οἱ
δὲ
ἀπὸ
Λέσβου
κιθαρῳδοὶ
μέλη βαρβαρικά,
Φρύγιά
τε
καὶ
Λύδια,
ποιοῦσι.
|
Αθηναίος:
Οι δε κιθαριστές από τη Λέσβο παίζουν τραγούδια ξενικά, Φρυγικά και
Λυδικά. |
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Φιλῶ
ταῦτα! |
Κορίνθιος:
Μου αρέσουν αυτά! |
|
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Καὶ
τὸ
πάντων
δεινότατον,
σοφισταί
τινες
διδάσκουσι,
ὡς
Ἕλληνες
καὶ
βάρβαροι
ἕν
ἐστι,
καὶ
οὐ
φύσει
διακρίνονται.
|
Αθηναίος:
Και το φοβερότερο απ' όλα, κάποιοι σοφιστές διδάσκουν
ότι τάχα Έλληνες και ξένοι είναι ένα, και δεν ξεχωρίζουν ως προς την
εμφάνιση. |
|
ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ:
Οὔ
με
πείσεις
ὡς
οὐ
θεῖον
ἡ
φιλοσοφία,
καὶ
μέγα
καὶ
θαυμαστόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ:
Ληρεῖς,
ὦ
τᾶν. |
Κορίνθιος:
Δε θα με πείσεις ότι η φιλοσοφία δεν είναι (κάτι) θεϊκό και μεγάλο και
θαυμαστό.
Αθηναίος:
Λες ανοησίες, φίλε μου. |
|
|
|
|
|
Αντώνης Πήλαβάκης |