|
|
|
|
μαθητάδες: βοηθοί, καλφάδες, τσιράκια (παρατηρούμε ότι στα δημοτικά τραγούδια δε χρησιμοποιείται ακόμη η λ. εργάτες)· γιοφύρι: γέφυρα (πρόκειται για μεγάλη γέφυρα)· οι δούλεψες: τ\ δουλειά, ο κόπος- εδιάβη (διαβαίνω): έφτασε, ήρθε
στοιχειώνω:
θυσιάζω
ζώο ή άνθρωπο στα θεμέλια ενός κτίσματος, ώστε διαβάτης: τυχαίος περαστικός- τ' αποταχύ: το πρωί- πάρωρα: αργά, καθυστερημένα- γιόμα: μεσημέρι- του θανάτου πέφτει: πέφτει να πεθάνει (υπερβολή: πόνεσε πολύ)- μηνάει :ειδοποιεί- ντυθεί, αλλαχτεί: να ντυθεί και να βάλει τα καλά της, να στολιστεί- παράκουσε: δεν άκουσε καλά- εξανάφαναν: φάνηκε να έρχεται- βαργωμισμένος: στενοχωρημένος, κακόκεφος- καμάρα: τόξο γέφυρας- όλον τον κόσμο ανάγειρα: ανασήκωσα τα πάντα (όλο το μέρος) ψάχνοντας- πιχάει: δουλεύει τη λάσπη με το μυστρί, σοβαντίζει- ριζικό: μοίρα, τύχη- κακογραμμένες: αυτές του έχουν κακό γραφτό, κακιά μοίρα- έχτισε το Δούναβη: θυσιάστηκε, για να χτιστεί γέφυρα στο Δούναβη- Αφράτης: Ευφράτης- πλιο στερνότερη: η πιο μικρή η τελευταία στη σειρά- καρυόφυλλο: φΰλλο καρυδιάς- πόχεις: που έχεις, γιατί έχεις- μη λάχει και...: μη τυχόν και...- τι έχω: γιατί έχω. |